αὔριον

αὔριον
Grammatical information: adv.
Meaning: `tomorrow' (Il.).
Derivatives: αὐρίζειν ῥιγοῦν καὶ τὸ εἰς αὔριον ὑπερτίθεσθαι (H.).
Origin: IE [Indo-European] [86] *h₂eus- `become light'[?]
Etymology: - From *αὖρι, an old locativ of an r-stem, (after σήμερον?) Also in ἄγχ-αυ-ρος (νύξ) `near the morning' (A. R. 4, 111)? One considers this form as a `modification'(?) of *ἀγχ-αύριος, itself from the expression ἄγχι τῆς αὔριον. If αὔριον comes from *αὔσρι-ον (Schwyzer 282 and 349) cf. Lith. aušr-à `dawn'. With zero grade Skt. usr-á- `morning-'. See ἠϊκανός; also ἕως.
Page in Frisk: 1,189-190

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αὕριον — αὔριον , αὔριον to morrow indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔριον — to morrow indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταὔριον — αὔριον , αὔριον to morrow indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αύριο — (AM αὔριον) επίρρ. Ι. 1. την αμέσως επόμενη μέρα 2. πολύ σύντομα, στο εγγύς μέλλον (πρβλ. α) «ἐς αὔριον τὰ σπουδαῑα» όταν επιδιώκεται η αναβολή μιας σπουδαίας συζήτησης β) «τάχ αὔριον ἔσσετ ἄμεινον» το μέλλον θα είναι καλύτερο γ) «σήμερ αύριο»… …   Dictionary of Greek

  • ՎԱՂԻՒ — (ղուի, ղուէ.) NBH 2 0773 Chronological Sequence: Early classical, 12c, 14c գ. αὕριον, ἑπαύριον, ὅρθρος mane, cras, crastinus, dies. Օրն լուսանալի զկնի այսր աւուր. վաղորդայն. յաջորդ առաւօտ. այգն կամ լուսանալն նորա. վաղուան՝ եգուց օրը, առտուն.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • Claremont Profile Method — was elaborated by Ernst Cadman Colwell and his students. Professor Frederik Wisse attempted to establish an accurate and rapid procedure for the classification of the manuscript evidence of any ancient text with large manuscript attestation, and… …   Wikipedia

  • μεθαύριο — (ΑM μεθαύριον, Α και μεταύριον) επίρρ. κατά την επόμενη από την αυριανή ημέρα, κατά τη μεθεπόμενη ημέρα («μεθαύριο θα διεξαχθεί ο αγώνας») νεοελλ. 1. (ειρωνικά) ουδέποτε, ποτέ («βάστα την όρεξή σου για μεθαύριο») 2. ως ουσ. η μεθαύριον η… …   Dictionary of Greek

  • μεριμνώ — (ΑM μεριμνῶ, άω) φροντίζω, ανησυχώ, ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι για κάποιον ή για κάτι («μή οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς», ΚΔ) μσν. 1. στενοχωριέμαι για κάτι 2. συλλογίζομαι, φέρνω στον νου μου 3. προβληματίζομαι… …   Dictionary of Greek

  • утро — др. русск. утро, ст. слав. оутро ὄρθρος (Ассем., Супр., Мар., Зогр., Рs. Sin., Еuсh. Sin.), наряду с ютро (Мар., Зогр., Рs. Sin.; см. Дильс, Aksl. Gr. 78), болг. утро (Младенов 656), сербохорв. jу̏тро, словен. jutro, чеш. jitro, слвц., польск., в …   Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • Aeolic Greek — For the architectural style, see Aeolic order. Distribution of Greek dialects in the classical period.[1] Western group …   Wikipedia

  • Andreas Embirikos — ( el. Ανδρέας Εμπειρίκος) (Brăila, 1901 ndash; Athens, 1975) was a Greek surrealist poet and the first Greek psychoanalyst.LifeEmbirikos came from a wealthy family as his father was an important ship owner. He was born in Brăila, Romania, but his …   Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.